Home

Εκδηλώσεις & Δράσεις

Αλληλοδιδακτικός Κύκλος Γεωργίας || Γενάρης 2020

eliaΕκδήλωση με θέμα ''Ορθές πρακτικές για την παραγωγή ποιοτικού ελαιόλαδου σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον''

διοργανώνουν η συλλογικότητα για τον εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο''Terra Verde (Γη πράσινη)'' και η πολιτική συλλογικότητα ''Χωριά βδ Κρήτης''
τη Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020 στις 7.00 μ.μ. στο Εργατικό Κέντρο Χανίων στο πλαίσιο των '' Αλληλοδιδακτικών Κύκλων Γεωργίας ''

Θα συζητηθούν θέματα σχετικά με τις ορθές πρακτικές στο χωράφι και το ελαιουργείο για την παραγωγή ποιοτικού ελαιόλαδου, όπως επίσης και για την παρούσα κατάσταση, τις προοπτικές της καλλιέργειας της ελιάς στον κόσμο και την επιχειρούμενη παγκοσμιοποίηση με στόχο τον έλεγχο της παραγωγής.

Εισηγητής θα είναι ο Κων. Χαρτζουλάκης, γεωπόνος-ερευνητής, τ. διευθυντής του Ινστιτούτου Ελιάς και Υποτροπικών Φυτών Χανίων. Θα ακολουθήσει ανοιχτή συζήτηση.

_________________________________________________________

Ακολουθεί η εισήγηση του Κων. Χαρτζουλάκη 

 

Ορθές πρακτικές για παραγωγή ποιοτικού ελαιολάδου σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον

Κων/νος Χαρτζουλάκης, MSc, PhD

Γεωπόνος-Ερευνητής

τ. Δ/ντής Ινστιτούτου Ελιάς και Υποτροπικών Φυτών Χανίων

Εισαγωγή

Η ελιάς είναι ιθαγενές δένδρο της Μεσογειακής λεκάνης και η καλλιέργεια της για παραγωγή λαδιού πηγαίνει πάνω από 5000-6000 χρόνια πίσω στην περιοχή. Τα τελευταία χρόνια πολλές χώρες της Μεσογειακής λεκάνης προωθούν με επιτυχία τα τελευταία χρόνια φιλόδοξα προγράμματα δημιουργίας νέων φυτειών για κάλυψη της αυξανόμενης εσωτερικής ζήτησης, όπως η Αλγερία, Μαρόκο, Αλβανία, Κροατία, Ιορδανία) και άλλες για αύξηση των μεριδίων τους στις διεθνείς αγορές, όπως η Ισπανία, Τουρκία, Αίγυπτος, Τυνησία και Συρία. Η Ισπανία και η Τουρκία αύξησαν την μέση παραγωγή ελαιολάδου από 601.000 και 65.000 τόνους την περίοδο 1990-92 σε 1.3341.000 και 152.00 τόνους την περίοδο 2014-16 αντίστοιχα, ενώ βελτίωσαν και την ποιότητα του ελαιολάδου. Ίδιες επιδόσεις είχαν η Τυνησία, το Μαρόκο και η Συρία, γεγονός που τουλάχιστον ως χώρα πρέπει να μας προβληματίσει.

Η συνολική παγκόσμια παραγωγή την περίοδο 18/19 ήταν 2.989.000 τόνοι, ενώ η κατανάλωση την αντίστοιχη περίοδο έφθασε τους 2.946.000 τόνους σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας (ΔΣΕ), με μια αύξηση της παραγωγής και κατανάλωσης από τη περίοδο 1990-92 κατά 77,5% και 76,7% αντίστοιχα. 

Ωστόσο μετά το 2ο Παγκόσμιο πόλεμο η καλλιέργεια της ελιάς άρχισε να επεκτείνεται και σε άλλες περιοχές, εκτός της Μεσογειακής λεκάνης, με ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες όπως η Καλιφόρνια, η Αργεντινή, η Χιλή, το Περού, η Ουρουγουάη και το Μεξικό, η Ν. Αφρική, η Κίνα, η Ινδία, η Αυστραλία και η Ν. Ζηλανδία. Πολλές από αυτές τις χώρες στο παρελθόν σημείωσαν σημαντικές επιτυχίες με άλλα παραδοσιακά μεσογειακά προϊόντα όπως το κρασί (Αργεντινή, Χιλή, Αυστραλία, Καλιφόρνια) και επιχειρούν την τελευταία δεκαετία να δημιουργήσουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής.

Καλλιέργεια της ελιάς στη Μεσόγειο 

Ισπανία

Η καλλιεργούμενη έκταση με ελιές στην Ισπανία είναι περίπου 2.600.000 εκτάρια (πάνω από 95% για λάδι, από τα οποία τα 2/5 είναι αρδευόμενα). Η πυκνότητα φύτευση στις παραδοσιακές φυτείες είναι 7-12 φυτά/στρέμμα, στις εντατικές 20-40 φυτά/στρέμμα και στις υπέρ-εντατικές 80-160 φυτά/στρέμμα. Οι ποικιλίες που επικρατούν για παραγωγή ελαιολάδου είναι η ‘Cornicabra’, ‘Picual’, 'Arbequina' και ‘Κορωνέϊκη’ και για τις επιτραπέζιες οι ‘Manzanilla de Sevilla‘ και, 'Hojiblanca’. Πάνω από 1.000.000 εκτάρια ελιές καλλιεργούνται σε περιθωριακά εδάφη με κλίση από 10-30%.

Μετά την αλλαγή της ΚΑΠ, στα μέσα της 10ετίας του 1990 η Ισπανία υιοθέτησε ένα σχέδιο να διπλασιάσει την παραγωγή και να βελτιώσει την ποιότητα του ελαιολάδου για τα επόμενα 10 χρόνια. Η παραγωγή ελαιολάδου την περίοδο 1990-1994 ήταν 601.000 τόνοι (από το οποίο μόνο το 8-10% έξτρα παρθένο) και το την περίοδο 2016-2018 η παραγωγή έφθασε τους 1.341.000 τόνους (από το οποίο το 40-50% έξτρα παρθένο). Η παραγωγή των επιτραπέζιων ελιών φτάνει τους 568.000 τόνους, το 23,6% της παγκόσμιας παραγωγής. Η κατανάλωση ελαιολάδου στο εσωτερικό φτάνει τους 550.000 τόνους και το υπόλοιπο εξάγεται και η κατανάλωση επιτραπέζιων ελιών είναι 270.000 τόνοι.

Ιταλία

Στην Ιταλία καλλιεργούνται με ελιές 1.212.000 εκτάρια (> 90% για παραγωγή ελαιολάδου) με πυκνότητα φύτευσης είναι 15-40 φυτά/στρέμμα. Όλες οι ποικιλίες που καλλιεργούνται είναι ιταλικές με επικρατέστερες για την παραγωγή ελαιολάδου τις ‘Frantoio’, ‘Coratina’, ‘Moraiolo’, ‘Canino’, για επιτραπέζιες οι 'BelladiCerignola', 'AscolanaTenera’, ‎‎'Sant'Agostino' και διπλής χρήσης τις 'Carolea’, ‘Leccino’, ‘Ogliarola και Salentina’. Πάνω από 77% των εκμεταλλεύσεων έχουν λιγότερα από 250 δέντρα και το 73% σε λοφώδεις και ορεινές εκτάσεις.

Η παραγωγή ελαιολάδου στην Ιταλία είναι προσανατολισμένη στην ποιότητα και τα τελευταία χρόνια η παραγωγή έχει μειωθεί. Την περίοδο 1990-1994 η μέση παραγωγή ήταν 410.000 τόνοι, ενώ την περίοδο 2016-2018 μειώθηκε στους 361.000 τόνους (> 80% έξτρα παρθένο). Η κατανάλωση ελαιολάδου είναι μεγαλύτερη της εγχώριας παραγωγής.

Ελλάδα

Η καλλιεργούμενη Έκταση με ελιές στην Ελλάδα είναι πάνω από 900.000 εκτάρια (> 85% για ελαιόλαδο). Η πυκνότητα φύτευσης στις παραδοσιακές φυτείες είναι 8-12 φυτά /στρέμμα, στις εντατικές και στις φυτείες 20-40 φυτά/στρέμμα. Οι ποικιλίες που επικρατούν είναι οι ‘Κορωνέϊκη’, ‘Αδραμητινή’, ‘Μεγαρίτικη’, ‘Βαλανολιά’ για παραγωγή λαδιού, η ‘Καλαμών’ και η ‘Κονσερβολιά’ για επιτραπέζιες και οι ‘Αμυγδαλολιά’, ‘Μαστοειδής’ και ‘Χαλκιδικής’ για διπλή χρήση. Το 70% των εκμεταλλεύσεων είναι σε λοφώδεις και ορεινές εκτάσεις σε φτωχά, βραχώδη και εύφορα εδάφη, ενώ στις νότιες περιοχές απαιτείται άρδευση.

Η μέση παραγωγή ελαιολάδου είναι 320.000 τόνοι από το οποίο το 80% έξτρα παρθένο και η παραγωγή επιτραπέζιων ελιών είναι 120.000 τόνοι (6% της παγκόσμιας παραγωγής). Η ντόπια κατανάλωση ελαιολάδου φτάνει τους 185-200.000 τόνους και των επιτραπέζιων ελιών τους 25.000 τόνους.

Τυνησία

Η καλλιεργούμενη έκταση με ελιές στην Τυνησία αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Απο 1.650.000 εκτάρια το 1990 έφτασε τα 1.880.000 εκτάρια το 2016. Η πυκνότητα φύτευσης στις παλιές φυτείες είναι 2-4 φυτά/στρέμμα (708.000 ha στο νότο), 6-10 φυτά/στρέμμα (842.000 ha στο κέντρο της χώρας και στις νέες φυτείες 80-160 φυτά/στρέμμα (250.000 ha στο βορρά). Οι ποικιλίες που επικρατούν για λάδι είναι οι ‘Chemlali Sfax’, ‘Oueslati’, ‘Κορωνέϊκη’ και ‘Arbequina) και οι διπλής χρήσης 'Chetoui‘, ‘Meski’, 'Chemchali Gafsa’ και ‘Barouni’. Το έδαφος είναι αμμώδες, ερημικό με βροχοπτώσεις από 250-400 mm και αρδεύεται μόνο το 5% και οι νέες υπερεντατικές φυτείες.

Η παραγωγή ελαιολάδου αυξήθηκε θεαματικά από τους 155.000 τόνους την περίοδο 1990-1994 στους 280.000 τόνους την περίοδο 2017/18. Η κατανάλωση ελαιολάδου στη χώρα είναι 50-60.000 τόνοι (30%) και οι εξαγωγές πάνω από 150.000 τόνοι (70%).

Τουρκία

Στην Τουρκία η καλλιεργούμενη έκταση με ελιές σήμερα ξεπερνά τα 880.000 εκτάρια, καλύπτοντας το 9% της παγκόσμιας έκτασης, από την οποία το 1/3 για παραγωγή λαδιού και τα 2/3 για επιτραπέζιες ελιές. Η αύξηση είναι πάνω από 28% από το 2002. Η πυκνότητα είναι 15-30 φυτά/στρέμμα και στις νέες φυτείες 80-140 φυτά/στρέμμα. Οι ποικιλίες που επικρατούν για λάδι είναι οι ‘Ayvalık’, 'Tavşan yüreği’, 'Arbequina', για επιτραπέζιες ελιές οι ‘Domat΄, ΄Manzanillo’ και για διπλή χρήση οι 'Memecik‘ και ‘Çemliç’. Τα εδάφη που καλλιεργείται η ελιά είναι πλούσια με βροχοπτώσεις από 500-800 mm, ενώ στις νέες φυτείες τα εδάφη είναι πεδινά, βαθιά και αρδευόμενα.

Η παραγωγή ελαιολάδου αυξήθηκε θεαματικά από την περίοδο 1990-1994 που ήταν 61.000 τόνοι στους 220.000 τόνους την περίοδο 2017/18. Η κατανάλωση ελαιολάδου στην Τουρκία φτάνει τους 120-150.000 τόνους και το υπόλοιπο εξάγεται. Η παραγωγή επιτραπέζιων ελιών ξεπερνά τους 400.000 τόνους, περίπου το 14% παγκόσμιας παραγωγής..

Μαρόκο

Η καλλιεργούμενη έκταση με ελιές στο Μαρόκο το 2000 ήταν 400.000 εκτάρια. Με το σχέδιο Green Morocco της κυβέρνησης το 2010 η έκταση έφτασε τα 735.000 ha με στόχο να φτάσουν τα 1.200.000 εκτάρια το 2020. Η πυκνότητα στις παραδοσιακές φυτείες είναι15-30 φυτά/στρέμμα και στις υπερεντατικές 80-140 φυτά/στρέμμα , κυρίως με την ποικ. 'Arbequina‘. Οι ποικιλίες που επικρατούν είναι οι διπλής χρήσης 'Picholine Marocaine’, 'Haouzia'‎ και 'Menara’ και η επιτραπέζια ‘Picholine of Languedoc’. Το 40% των εδαφών είναι με βροχοπτώσεις 400 -1.000 mm/χρόνο και το 32% είναι πλούσια και βαθιά, με βροχοπτώσεις 250-370 mm. 

Με την εφαρμογή του σχεδίου η παραγωγή ελαιολάδου αυξήθηκε θεαματικά, από 41.000 τόνους την περίοδο 1990-1994 στους 140.000 τόνους τη περίοδο 2017/18. Η παραγωγή επιτραπέζιων ελιών φτάνει τους 100.000 τόνους και η κατανάλωση ελαιολάδου τους 129.000 τόνους.

Καλλιέργεια τις ελιάς σε νέες χώρες

Αργεντινή

Η καλλιέργεια της ελιάς άρχισε γύρω στο 1700 από τους Ισπανούς κατακτητές, σε μικρούς ελαιώνες κατά μήκος των Άνδεων. Αν και τις αρχές του 20ου αιώνα αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον, αλλά η μεγάλη ώθηση έγινε τη δεκαετία του 1960, με οικονομικά κίνητρα από την Κυβέρνηση. Το 1990 η συνολική έκταση έφτασε τα 30.000 ha και σήμερα φτάνει τις 110.000 ha, με την εγκατάσταση των υπερεντατικής φύτευσης ελαιώνων. Πάνω από το 90% της καλλιέργειας της ελιάς βρίσκεται στις επαρχίες που συνορεύουν με την οροσειρά των Άνδεων στο κέντρο-δυτικό και στο βόρειο-δυτικό τμήμα της Αργεντινής: Catamarca (31.000 ha), La Rioja (30.000 ha), San Juan (20.000 ha) και Mendoza (19.000 ha). 

Κύρια χαρακτηριστικά των ελαιώνων είναι το μεγάλο μέγεθος (1.000-10.000 στρ.), οι εντατικές (60-100 φυτά/ στρέμμα) ή υπερεντατικές φυτείες (150-220 φυτά/στρέμμα), η πλήρης μηχανοποίηση (άρδευση, λίπανση, κλάδευμα, συγκομιδή) (Εικ 1 και 2). Στις παραδοσιακές φυτείες επικρατεί η τοπική ποικιλία ‘Arauco’, και στις εντατικές και υπερεντατικές η ισπανική ‘Arbequina’ και η ιταλική ‘Coratina’ ενώ υπάρχει και η ελληνική ‘Κορωνέϊκη’. 

Οι κλιματικές συνθήκες είναι σε πολλές περιοχές οριακές (πολύ υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι, ξηρασία, και παγετοί το χειμώνα με σοβαρές ζημιές στα δένδρα κάθε 5-6 χρόνια), και οι δυνατότητες επέκτασης των εκτάσεων φαίνεται να είναι περιορισμένες. Η άρδευση είναι απαραίτητη για ικανοποιητική παραγωγή σε ποσότητες 800-1000 m3/στρέμμα (180-250 m3/στρέμμα στην Κρήτη), που δεν είναι πάντα διαθέσιμα. Η συνολική παραγωγή ελαιολάδου κυμαίνεται από 15.000-25.000 τόνους, με ποιότητα πάνω από 85% εξαιρετικά παρθένο. Στις βρώσιμες ελιές η Αργεντινή είναι σήμερα η 5η χώρα στις εξαγωγές, με κύριους καταναλωτές τη Βραζιλία, τις ΗΠΑ και τις άλλες Λατινο-αμερικανικές χώρες. 

Χιλή

Οι πρώτες ελιές έφτασαν στη Χιλή από τους Ισπανούς εποίκους το 16ο αιώνα για παραγωγή βρώσιμων ελιών. Οι πρώτες ποικιλίες για παραγωγή λαδιού εισήχθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Το 1990 η καλλιέργεια της ελιάς καταλάμβανε 3.000 ha και το 2011 έφτασε τα 24.000 ha. Από αυτά 4.000 ha είναι παραδοσιακοί ελαιώνες (10-25 φυτά/στρέμμα) και τα 20.000 ha εντατικής (30-70 φυτά/στρέμμα) και υπερεντατικής (80-166 φυτά/στρέμμα) με χαρακτηριστικά όπως και στην Αργεντινή. Οι κυριότερες ποικιλίες είναι η ‘Arbequina’(50%), η ‘Frantoio’ (18%) η ‘Arbosana’ (8%) η ‘Picual’ (7%) και άλλες μεταξύ αυτών η ‘Κορωνέϊκη’ και η ‘Καλαμάτα’.Η συνολική παραγωγή ελαιολάδου είναι 22.000 τόνοι, από το οποίο το 77% καταναλώνεται στην εσωτερική αγορά. Από αυτό που εξάγεται το 37% πηγαίνει στις ΗΠΑ και το 33% στην Ιταλία. 

Περού

Η καλλιέργεια άρχισε τη ίδια περίοδο με τις άλλες χώρες, με μικρές φυτείες στην παραλιακή ζώνη νότια της Λίμα μέχρι τα σύνορα με τη Χιλή. Οι πρώτες ποικιλίες για παραγωγή λαδιού εισήχθηκαν από τη Χιλή γύρω στο 1960 και η έκταση αυξήθηκε από τα 2.000 ha στα 8.500 ha το 2004. Με τις νέες φυτείες εντατικής καλλιέργειας που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Tanca η έκταση που καταλαμβάνει η ελιά σήμερα στο Περού φτάνει στα 14.200 ha με δυνατότητα αύξησης κατά 4.000 ha.

Οι κυριότερες ποικιλίες για λάδι είναι η ‘Barnea’, η ‘Picual’ και η ‘Arbequina’ και για επιτραπέζιες η ‘Manzanillo’ και η ‘Kalamata’. Το κυριότερο πρόβλημα που επηρεάζει αρνητικά την παραγωγή είναι οι υψηλές θερμοκρασίες (14-18 0C) που επικρατούν τους χειμερινούς μήνες. Σε συνδυασμό με το ElNino, οι θερμοκρασίες που επικρατούν είναι πάνω από 17 0C και δεν καλύπτονται οι ανάγκες της ελιάς σε ψύχος με αποτέλεσμα να μη γίνεται η διαφοροποίηση των οφθαλμών σε ανθοφόρους και να μη παράγονται άνθη. Επειδή οι νέες φυτείες έχουν αναπτυχθεί σε πεδιάδες που επικρατούν ερημικές συνθήκες (Εικ. 3), πολύ σημαντικό πρόβλημα είναι η έλλειψη νερού για άρδευση και η υποβάθμιση του υδροφορέα, που αποτελεί περιοριστικό παράγοντα επέκτασης, όπως και στην Αργεντινή. Η συνολική παραγωγή ελαιολάδου δεν υπερβαίνει τους 4.800 τόνους και τους 40.000 τόνους βρώσιμων ελιών.

Ουρουγουάη

Η καλλιέργεια της ελιάς άρχισε ουσιαστικό τη 10ετία του 1950 με ιταλικές ποικιλίες σε αποστάσεις φύτευσης 10Χ10 m και το 2002 το 85% των ελαιοδένδρων (περίπου 1.200 ha) ήταν ηλικίας 50 ετών. Σήμερα καλλιεργούνται 9.700 ha, με το 90% εντατικής φύτευσης (28-40 φυτά/στρέμμα). Κύρια προβλήματα είναι η η υψηλή σχετική υγρασία κατά τη καρπόδεση και οι υψηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την έλλειψη νερού. Οι ποικιλίες που επικρατούν είναι η ‘Arbequina’ (50%), η ’Frantoio’ (15%), η ‘Barnea’ (8%) και άλλες μεταξύ των οποίων και η ‘Κορωνέϊκη’. Η συνολική παραγωγή ελαιολάδου είναι 6.000 τόνοι καλής ποιότητας (εξαιρετικά παρθένο) για την εσωτερική κατανάλωση και εξαγωγή στη γειτονική Βραζιλία.

ΗΠΑ-Καλιφόρνια

Η πρώτη τεκμηριωμένη πληροφορία για τη καλλιέργεια της ελιάς στην Καλιφόρνια είναι το 1803 και μέχρι το 1900 η έκταση έφτασε τα 800 ha. Στο τέλος της 10ετίας του 1980 άρχισε το έντονο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της καλλιέργειας για παραγωγή λαδιού και από το 1999 εγκαταστάθηκαν μεγάλες φυτείες υπερεντατικής φύτευσης (165-225 φυτά/στρέμμα) (Εικ. 4). Οι νέες ποικιλίες επιλέχθηκαν επειδή είχαν μακρά παράδοση στην παραγωγή ελαιολάδου πολύ υψηλής ποιότητας και θεωρούνταν προσαρμοσμένες στο νέο τύπο ελαιώνα (Sturzenberger, 2009). Σήμερα καλλιεργούνται περίπου 20.000 ha από τα οποία τα μισά είναι για επιτραπέζιες ελιές με τις ποικιλίες ‘Manzanillo’ και ‘Mission’. Στις νέες φυτείες για λάδι επικρατούν η ‘Arbequina’, η ‘Arbosana’ και η ‘Κορωνέϊκη’με πλήρη μηχανοποίηση της καλλιέργειας (άρδευση, λίπανση, κλάδευμα, συγκομιδή). Η συνολική παραγωγή είναι 6.400 τόνοι εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδο με μια συνολική κατανάλωση στις ΗΠΑ που φτάνει τις 277.000 τόνους. 

Αυστραλία

Η πρώτη πειραματική φυτεία στη Αυστραλία εγκαταστάθηκε το 1891 και το 1897 αναφέρονται φυτείες 7.4 ha. Το ενδιαφέρον συνεχίστηκε και στις αρχές του 20ου αιώνα που σταμάτησε λόγω του 1ου Παγκοσμίου πολέμου και του υψηλού κόστους συγκομιδής. Μεταξύ 1950 και 1990 εγκαταστάθηκαν λιγότερα από 1.000 ha. Η δυναμική αύξηση της καλλιέργειας άρχισε το 1990 μέχρι σήμερα που εγκαταστάθηκαν περίπου 800 νέες φυτείες που καλύπτουν 35.000 ha σε πυκνή φύτευση (50-80 φυτά/στρέμμα). Βασικός λόγος ήταν η αύξηση τη δημοτικότητας της Μεσογειακής κουζίνας και η εξοικονόμηση 100 εκατομμύρια AUD, που δαπανούνταν για εισαγωγή ελαιοκομικών προϊόντων. Η βιομηχανία της ελιάς βασίζεται στην εφαρμογή της μηχανικής συγκομιδής και κατά συνέπεια την αυξημένη ικανότητα να ανταγωνιστεί τη παραγωγή στις Μεσογειακές χώρες.

Οι κύριες περιοχές καλλιέργειας είναι η Δυτική Victoria και το Perth. Επικρατούν οι μεγάλοι ελαιώνες με 100.000-260.000 δένδρα, ενώ στην Δυτική Αυστραλία το μέγεθος είναι από 500-5.000 δένδρα. Οι ποικιλίες που επικρατούν είναι η ισραηλινή ‘Barnea’ (41%), η ιταλική ‘Frantoio’ (26%), και οι ισπανικές ‘Picual’ (15%) και ‘Manzanillo’ (6%) για παραγωγή λαδιού και η ‘Mission’ και η ‘Καλαμάτα’ για επιτραπέζιες ελιές. Η συνολική παραγωγή ελαιολάδου δεν ξεπερνά τους 19.000 τόνους το χρόνο με μια ετήσια κατανάλωση 41.500 τόνους.

Κίνα

Στη Κίνα η καλλιέργεια της ελιάς άρχισε στα μέσα της 10ετίας του 1960 και πιο συντονισμένα με την βοήθεια του FAO στο τέλος της 10ετίας του 1970. Σήμερα καλλιεργούνται περίπου 250.000 στρέμματα στις επαρχίες Gansu, Sichuan και Yunnan με τις ποικιλίες ‘Leccino’ και ‘Frantoio’ (ιταλικές), ‘Picual’ (ισπανική) και τα υβρίδια ΕΖ9 και JF6 που δημιούργησαν, ενώ υπάρχουν και μικρές φυτείες με την ‘Coratina’ (ιταλική) ‘Arbequina’ (ισπανική) και την δική μας ‘Κορωνέϊκη’.

Στη επαρχία Gansu, που καλλιεργείται πάνω από το 70% των ελαιοδέντρων, τα εδάφη είναι οριακά λόγω διάβρωσης, με κλίσεις από 30-60% και η καλλιέργεια γίνεται σε αναβαθμίδες (Εικ. 5). Επιπλέον κατά τα κρίσιμα στάδια (διαφοροποίηση οφθαλμών και άνθηση-καρπόδεση) για την παραγωγή της ελιάς επικρατούν αντίξοες συνθήκες (ξηρασία, υψηλές θερμοκρασίες) με αποτέλεσμα η παραγωγή των δένδρων είναι πολύ χαμηλή. Εντατικές φυτείες (40-65 φυτά/ στρέμμα εγκαταστάθηκαν μόνο στην επαρχία Yunnan. Η προσπάθεια των Κινέζων να αναπτύξουν την ελαιοκαλλιέργεια, τόσο για παραγωγή ελαιολάδου όσο και για προστασία από τη διάβρωση, είναι συνεχής με προσκλήσεις συμβούλων, εκπαιδεύσεις στελεχών (Εικ. 6), επισκέψεις σε χώρες με ανεπτυγμένη έρευνα για την ελιά και βελτιώσεις στα ελαιουργεία. Η συνολική παραγωγή ελαιολάδου δεν υπερβαίνει τους 6.000 τόνους και ποιοτικά είναι παρθένο και εξαιρετικά παρθένο. Οι εισαγωγές ελαιολάδου στην Κίνα ξεπερνούν τους 65.000 τόνους.

Ινδία

Οι πρώτες φυτείες άρχισαν το 2007 με μια έκταση 25–50 εκτάρια στη επαρχία του Rajasthan, που το 2008 έφτασαν τα 260 εκτάρια, μετά τη δημιουργία μικτής εταιρείας της κυβέρνησης του Rajasthan με Ισραηλινούς. Ο στόχος είναι να φτάσουν τα 5.000 εκτάρια. Η κύρια ποικιλία είναι η ισραηλινή ‘Barnea’ με πυκνότητα 400-1200 φυτά ανά εκτάριο. Το έδαφος είναι άγονο, αμμώδες, ερημικό και οι βροχοπτώσεις (200-300 mm) πέφτουν κυρίως τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο με τους μουσώνες. Η άρδευση τα στάδια διαφοροποίησης των οφθαλμών (Φεβρουάριο) και άνθησης-καρπόδεσης (Μάϊο-Ιούνιο) απαραίτητη, αν και δεν υπάρχει διαθεσιμότητα. Μικρές φυτείες ελιάς εγκαθίστανται και στη περιοχή του Gujarat, όπου οι συνθήκες είναι όμοιες με το Rajasthan. Η συνολική κατανάλωση ελαιολάδου το 2011 στην Ινδία ήταν 9.400 τόνοι.

Ορθές πρακτικές για παραγωγή ποιοτικού ελαιολάδου

Κλάδεμα

Είναι η πιο σημαντική καλλιεργητική φροντίδα. Στόχος είναι η αφαίρεση τμημάτων του δέντρου για παραγωγή ισχυρού σκελετού με κατάλληλο σχήμα, ώστε να διευκολύνει τις καλλιεργητικές φροντίδες (π.χ. συγκομιδή), να επηρεάζει θετικά τη σχέση βλάστησης /καρποφορίας, σύμφωνα με τις συνθήκες της περιοχής και τις καλλιεργητικές επιδιώξεις μας (π.χ. μείωση παρενιαυτοφορίας στην ελιά). Παράγοντες που παίζουν ρόλο σε ένα ορθολογικό κλάδεμα είναι ο τρόπος καρποφορίας της ελιάς, η παρουσία περισσότερων ή λιγότερων λαίμαργων βλαστών, ο φωτισμός κόμης, η ηλικία και ευρωστία των δέντρων και οι συνθήκες καλλιέργειας (άρδευση, λίπανση κλπ). 

Ανάλογα με το επιδιωκόμενο στόχο το κλάδεμα μπορεί να είναι

α) Κλάδεμα διαμόρφωσης στα νεαρά δένδρα για δημιουργία ανθεκτικού σκελετού και σχήματος, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μας (όχι αυστηρό κλάδεμα). 

β) Κλάδεμα καρποφορίας στα παραγωγικά δένδρα για εξασφάλιση σταθερής απόδοσης και ποιότητας καρπού. 

γ) Κλάδεμα ανανέωσης στα ηλικιωμένα δένδρα για αποφυγή της εξάντλησης με τα χρόνια και επαναφορά των δένδρων σε επιθυμητά σχήματα και μεγέθη.

Διαχείριση εδάφους και ζιζανίων

Η συνηθισμένη πρακτική διαχείρισης των κλαδιών μετά το κλάδεμα των ελαιόδεντρων είναι καύση τους στο χωράφι. Αυτή η πρακτική έχει πολλά μειονεκτήματα, τα κυριότερα των οποίων είναι η απελευθέρωση στην ατμόσφαιρα αερίων θερμοκηπίου και η καταστροφή ενός πολύτιμου οργανικού υλικού. Η πρακτική που συνίσταται είναι ο θρυμματισμός των κλαδιών και η απόθεσή τους στο έδαφος, ώστε μακροπρόθεσμα να αυξηθεί η οργανική ουσία του εδάφους, ενώ άμεσα είναι η μείωση απωλειών εδαφικής υγρασίας και ο περιορισμός ανάπτυξης ζιζανίων κατά την περίοδο αυξημένων υδατικών κ αι θρεπτικών αναγκών της ελιάς (άνοιξη-καλοκαίρι).

Διαχείριση υπολειμμάτων κλαδέματος α) σωστή (αριστερά) β) λανθασμένη (δεξιά) 

Τ α ζιζάνια που αναπτύσσονται στον ελαιώνα ανταγωνίζονται τα δένδρα της ελιάς στην προσρόφηση νερού και θρεπτικών στοιχείων, δημιουργούν προβλήματα κατά την συγκομιδή, όταν είναι ξερά αυξάνουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς κατά τους θερινούς μήνες, και είναι ξενιστές επιβλαβών οργανισμών. Παράλληλα όμως η παρουσία τους στον ελαιώνα έχει και θετικές επιπτώσεις όπως η προστασία του εδάφους από τη διάβρωση, η προσέλκυση ωφέλιμων εντόμων, ο εμπλουτισμός του εδάφους με οργανική ουσία, η ενίσχυση της βιοποικιλότητας. Οι απαιτήσεις ως προς τη διαχείριση των ζιζανίων στον ελαιώνα εξαρτώνται από την ηλικία των δένδρων, την εποχή του έτους και από το αν πρόκειται για αρδευόμενο ή μη ελαιώνα. Η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου επέμβασης εξαρτάται από τις συνθήκες αυτές αλλά και από το είδος των ζιζανίων, γεγονός που προϋποθέτει την σωστή αναγνώριση των ειδών και την παρακολούθηση της παρουσίας τους στον αγρό ώστε να λαμβάνονται έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισής τους.

Ορθές πρακτικές διαχείρισης στον ελαιώνα α) κοπή ζιζανίων β) βόσκηση ζιζανίων 

Η καταπολέμηση ζιζανίων με ζιζανιοκτόνα θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο για την αντιμετώπιση προβλημάτων που δεν αντιμετωπίζονται με τις άλλες μεθόδους. Σε αυτή την περίπτωση συνιστάται συνδυασμός μηχανικής καταπολέμησης των ζιζανίων (ελαφρά άροση, σκάλισμα ή χορτοκοπή) μεταξύ των γραμμών των δένδρων και εφαρμογή ζιζανιοκτονίας μόνο επί των γραμμών. Οι πολλές αρόσεις καταστρέφουν το ενεργό ριζικό σύστημα των φυτών και δημιουργούν συνθήκες διάβρωσης στα επικλινή εδάφη. 

Λανθασμένη διαχείριση ζιζανίων σε ελαιώνα α) ζιζανιοκτονία β) διάβρωση λόγω άροσης

Λίπανση

Ένα πρόγραμμα ορθολογικής λίπανσης της ελιάς έχει σκοπό:

  • Τη διατήρηση της συγκέντρωσης των ανόργανων στοιχείων στην βέλτιστη περιοχή, όχι έλλειψη, αποφυγή τοξικότητας, σωστή αναλογία θρεπτικών στοιχείων. 

  • Την κάλυψη των απωλειών σε θρεπτικά στοιχεία (απομάκρυνση με την παραγωγή, κλάδεμα, κλπ.) με τη χρήση λιπασμάτων και/η επιστροφή μέρους των απωλειών (υπολείμματα κλαδέματος, παραπροϊόντα παραγωγής λαδιού, κλπ). 

  • Το σωστό προγραμματισμό εφαρμογής, ώστε να μη υπάρχει απώλεια απωλειών λιπασμάτων, να συμπληρώνεται τα θρεπτικά στοιχεία την εποχή που υπάρχει ανάγκη από τα φυτά και να προστατεύεται το περιβάλλον.

Η λίπανση της ελιάς συνήθως περιλαμβάνει τα στοιχεία άζωτο, κάλιο και βόριο. Σε σπανιότερες περιπτώσεις μπορεί να προκύψουν προβλήματα με το φώσφορο, το ασβέστιο και κάποια ιχνοστοιχεία. Γενικά για κάθε 50 κιλά παραγόμενου καρπού απομακρύνονται 450 g άζωτο, 100 g φώσφορος, 500 g κάλιο και 200 g αβέστιο. Η ανάλυση εδάφους και φύλλων είναι η ασφαλέστερη μέθοδος για να εντοπίσουμε προβλήματα θρέψης των ελαιοδέντρων. Η χρήση σύνθετων λιπασμάτων αυξάνει άσκοπα και υπερβολικά τον φώσφορο στο έδαφος, δημιουργώντας προβλήματα με την πρόσληψη άλλων στοιχείων.

Ανάγκες σε θρεπτικά στοιχεία της ελιάς και χρόνος εφαρμογής τους (Γ. Ψαρράς, 2013)

Άρδευση

Η άρδευση είναι αναγκαία σε ελαιώνες με ετήσια βροχόπτωση κάτω από 400 mm, σε νέους εντατικούς ελαιώνες (25-40 φυτά/στρέμμα) και σε φτωχά εδάφη με μικρή υδατοϊκανότητα Oι κρίσιμοι περίοδοι όσο αφορά τις ανάγκες σε νερό της ελιάς είναι α) η περίοδος διαμόρφωσης των οφθαλμών (Φεβρουάριος-μέσα Μαρτίου), β) η περίοδος άνθησης και καρπόδεσης (μέσα Απριλίου-Ιούνιος) και γ) η περίοδος σκλήρυνσης του πυρήνα και ταχείας αύξηση του καρπού (Ιούλιος–Σεπτέμβριος). Οι δύο πρώτες περίοδοι για τις συνθήκες της Ελλάδας καλύπτονται από τις βροχές του χειμώνα και της άνοιξης. Όταν οι βροχές του χειμώνα είναι περιορισμένες η άρδευση είναι αναγκαία και πριν την έναρξη της άνθησης (Απρίλιος–μέσα Μαΐου), για να εξασφαλιστεί επαρκής υγρασία κατά την άνθηση. Η τρίτη φάση (από την έναρξη σκλήρυνσης του πυρήνα μέχρι τέλος ταχείας αύξησης) δηλ. μέσα Ιουλίου μέχρι Σεπτέμβριο, εξυπηρετείται αναγκαστικά με άρδευση.

H εξασφάλιση επαρκούς εδαφικής υγρασίας κατά τις φάσεις αυτές επηρεάζει ευνοϊκά την ανάπτυξη αυξάνοντας το συνολικό μήκος της ετήσιας βλάστησης, την φυλλική επιφάνεια και τον αριθμό των φύλλων αλλά και τη παραγωγή της ελιάς.. Ανεπάρκεια υγρασίας την άνοιξη (Μάρτιος–μέσα Απριλίου) προκαλεί παραγωγή μεγάλου αριθμού ατελών ανθέων και μειώνει την βλάστηση, με αποτέλεσμα μείωση της παραγωγής του ιδίου και του επόμενου πιθανώς έτους. Hυπερβολική άρδευση στο στάδιο της καρπόδεσης μπορεί να προκαλέσει έκπλυση του αζώτου. H επάρκεια υγρασίας την περίοδο βλάστησης (Μάρτιος–Ιούνιος και Σεπτέμβριος-Οκτώβριος) τείνει να μειώσει την παρενιαυτοφορία.

Η ορθολογική άρδευση στην ελιά αυξάνει την παραγωγή επειδή αυξάνει το μέγεθος των καρπών και τον αριθμό καρπών ανά φυτό, αυξάνει ή δεν επηρεάζει στις περισσότερες περιπτώσεις την ελαιοπεριεκτικότητα και την συνολική παραγωγή λαδιού ανά φυτό αλλά καθυστερεί την ωρίμανση (βαθμιαία αλλαγή χρώματος και η μέγιστη ελαιοπεριεκτικότητα επιτυγχάνεται αργότερα. Τελικά η άρδευση αυξάνει την παραγωγή από 30 μέχρι και 100% σε πολλές περιπτώσεις. Όσον αφορά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά η ορθολογική άρδευση δεν επηρεάζει σημαντικά τα ακόρεστα οξέα (ολεϊκό, λινολεϊκό, λινολενικό), την περιεκτικότητα σε κεκορεσμένα λιπαρά οξέα τα υπεροξείδια, την περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες τα K232, K220, οξύτητα τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά.

Ανάγκες σε νερό άρδευσης της ελιάς στην Κρήτη (lt/φυτό ανά ημέρα)

Σκοπός καλ/γειας 

Μήνες

ΜΑΙ

ΙΟΥΝ

ΙΟΥΛ

ΑΥΓ

ΣΕΠΤ

ΟΚΤ

Παραγωγή λαδιού

30 - 40

40 – 50

50 - 60

50 - 60

40 - 60

-

Βρώσιμη ελιά

40 - 50

70 – 80

80 - 100

80 - 100

60 - 70

50 - 60

Οι ανάγκες της ελιάς στην Κρήτη κυμαίνονται από 220-300 κυβικά μέτρα στο στρέμμα το χρόνο για την παραγωγή λαδιού και 300-380 κυβικά μέτρα στο στρέμμα το χρόνο για τις επιτραπέζιες ποικιλίες. Σε περιόδους μειωμένης διαθεσιμότητας νερού μπορεί να εφαρμοσθεί στην ελιά η τεχνική της ελλειμματικής άρδευση. Αυτό σημαίνει άρδευση μόνο στα κρίσιμα στάδια για το νερό (Μάιο-Ιούνιο και μέσα Αυγούστου-Σεπτέμβριο) με οικονομία στο νερό μέχρι 30% χωρίς σημαντική μείωση της παραγωγής.

Επίδραση των χειρισμών άρδευσης στη χρήση νερού, στην παραγωγή και στην αποτελεσματικότητα χρήσης του νερού (Chartzoulakis et al., 1992)

Χειρισμός

Νερό άρδευσης (mm)

Παραγωγή καρπών

(kg/δένδρο)

Περιεκτικότητα σε λάδι(% FW)

Ey (kg oil/ mm H2O)

Πλήρης άρδευση

432

38.3 a*

21.3 a

0.49 a

Ελλειμματική άρδευση

321

34.1 a

22.8 b

0.73 b

Χωρίς άρδευση

--

24.1 b

23.5 b

--

Ο
σχεδιασμός της άρδευσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη πολλές παραμέτρους που έχουν σχέση με τα χαρακτηριστικά του εδάφους, το κλίμα της περιοχής, τις πρακτικές άρδευσης και την τεχνική υποστήριξη
.

Η μέθοδος που πρέπει να εφαρμόζεται είναι η άρδευση με σταγόνες επειδή εξασφαλίζει οικονομία νερού, αξιοποιεί τις μικρές παροχές, εφαρμόζεται σε επικλινή εδάφη και δημιουργεί καλύτερες συνθήκες απορρόφησης νερού από το φυτό. Για τα μέσης σύστασης εδάφη είναι επαρκής μια γραμμή άρδευσης ανά σειρά δένδρων με σταλακτήρες 4 λ/ω ανά μέτρο ή 0,75 μ. Σε ελαφρά εδάφη πρέπει να υπάρχει και δεύτερη γραμμή άρδευσης ή να χρησιμοποιηθούν 1-2 μικρο-εκτοξευτήρες, ανάλογα με την παροχή του και την ακτίνα διαβροχής.

Η "άρδευση ακριβείας" αναφέρεται στην ακριβή εφαρμογή του νερού άρδευσης σε ποσότητα και χρόνο στην καλλιέργεια της ελιάς, ομοιόμορφα σε όλο τον αγρό. Στόχος είναι η βελτιστοποίηση της χρήσης νερού και λιπασμάτων, η επίτευξη μεγαλύτερης αποδοτικότητας ανά μονάδα επιφάνειας και η σημαντική βελτίωση της ποιότητας. Ο υπολογισμός του νερού υπολογίζεται με τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στον αγρό, δηλαδή τον τύπο του εδάφους, την ηλικία των δέντρων, το σύστημα άρδευσης, την ποιότητα του νερού, την διαθεσιμότητα του νερού και τις καιρικές συνθήκες. Ο κάθε παραγωγός λαμβάνει ένα μήνυμα στο κινητό του πότε πρέπει να ποτίσει τις ελιές του και πόσο νερό πρέπει να δώσει. Εφαρμόζεται ήδη με επιτυχία σε 6 ομάδες παραγωγών στην Κρήτη και έχει ως αποτέλεσμα σημαντική οικονομία νερού με σε σχέση με τη μέχρι σήμερα εφαρμοζόμενη εμπειρική άρδευση, αλλά και βελτιστοποίηση της εδαφικής υγρασίας στο έδαφος (δεν υπάρχουν ακραίες συνθήκες υδατικού ελλείμματος).

Σχηματική παράσταση παραμέτρων και λειτουργίας της άρδευσης ακριβείας

Προστασία από το δάκο

Η σωστή εφαρμογή της δακοκτονίας με δολωματικούς ψεκασμούς αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό τρόπο καταπολέμησης του δάκου. Αυτό σημαίνει έγκαιρη πρόσληψη του απαιτούμενου επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού (μέχρι τέλος Μαίου), επάρκεια πιστώσεων και κατάλληλων φυτοφαρμάκων για τουλάχιστον έξι δολωματικών ψεκασμών ή και παραπάνω αν απαιτηθεί λόγω συνθηκών, τοποθέτηση των παγίδων όπως ορίζει ο κανονισμός και παρακολούθηση των ψεκαστών με σύγχρονες τεχνολογίες με ενεργή συνεργασία και των παραγωγών. Επιπλέον να δημιουργηθεί ένας φορέας ανά περιφέρεια με διοικητική, οικονομική και επιστημονική αυτοτέλεια που θα έχει τα απαιτούμενα φυτοφάρμακα για όλη την περίοδο να υπάρχουν στη Περιφέρεια το αργότερο μέχρι τέλος Μαΐου. Τα φυτοφάρμακα που επιλέγονται να έχουν διαφορετική δραστική ουσία και να λαμβάνεται υπόψη η ανθεκτικότητα του δάκου σε αυτές, σύμφωνα με δημοσιευμένα επιστημονικά αποτελέσματα. Η πρωτεΐνη που χρησιμοποιείται να έχει μεγαλύτερη ελκυστικότητα και να επιλέγεται σύμφωνα με δημοσιευμένα επιστημονικά αποτελέσματα. Μετά από μελέτη κόστους-ωφέλειας να καθορισθεί προϋπολογισμός για κάθε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες ακόμα και εντός της περιφέρειας, να είναι διαθέσιμος έγκαιρα και να υπάρχει αποθεματικό για έκτακτες ανάγκες. Οι λιγότεροι ψεκασμοί πρέπει να είναι ο στόχος της ορθολογικής διαχείρισης, αλλά δεν πρέπει να περιορίζονται εξ αρχής λόγω προϋπολογισμού, γιατί η αναβολή ψεκασμών για να μην ξεπεραστεί ο προϋπολογισμός, μπορεί να οδηγήσει σε ε τεροχρονισμένη και λάθος καταπολέμηση με ολέθρια αποτελέσματα.

Λανθασμένη εφαρμογή δολωματικού ψεκασμού 

Η εφαρμογή της σύγχρονης τεχνολογίας (τοποθέτηση και παρακολούθηση παγίδων, καταγραφή ίχνους ψεκασμών, κλπ), εξασφαλίζουν αξιόπιστα στοιχεία για τον πληθυσμό του δάκου και την κάλυψη με το ψεκασμό όλης της έκτασης. Οι τεχνολογίες παρακολούθησης της εφαρμογής των δολωματικών ψεκασμών μπορεί να είναι είτε με τη χρήση απλών GPS χειρός πάνω στα τρακτέρ για καταγραφή της πορείας ή με τη χρήση έξυπνων κινητών τηλεφώνων που ενσωματώνουν GPS, καταγράφουν και μεταδίδουν τα στοιχεία πορείας των τρακτέρ σε πραγματικό χρόνο. Ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των δολωματικών ψεκασμών γίνεται αυτόματα με μοντέλα GIS, που παρουσιάζουν στοιχεία για τις αψέκαστες, διπλοψεκασμένες, μη σωστά ψεκασμένες περιοχές κ.α.  ώστε ο κάθε ενδιαφερόμενος και ο εργολάβος να μπορεί άμεσα να δράσει για να αποφευχθούν τέτοιου προβλήματα. Ικανοποιητική αμοιβή στο επιστημονικό και εργατοτεχνικό προσωπικό για να υπάρξει προσφορά αλλά και έλεγχος για σωστή εκτέλεση των καθηκόντων τους και βέβαια αλλαγή νοοτροπίας από όλους τους εμπλεκόμενους και τους αγρότες, μια και η επιτυχία της καταπολέμησης αφορά την εθνική οικονομία και τους ίδιους.

Ορθή εφαρμογή δακοκτονίας και παρακολούθηση και έλεγχος με τις νέες τεχνολογίες

Ασθένειες που θέλουν προσοχή

Colletotrichum spp (Γλοιοσπόριο ή Ανθράκωση)

Ο μύκητας προσβάλει κυρίως τους καρπούς αλλά και τα άνθη. Η προσβολή των ανθέων είναι σημαντική για την εξέλιξη της ασθένειας. Χαρακτηριστικά συμπτώματα είναι νεκρωτικές κηλίδες ποικίλου μεγέθους, βύθιση των ιστών που έχουν προσβληθεί, καθολική σήψη και μουμιοποίηση. Κρίσιμη περίοδος της έξαρσης είναι ο Οκτώβριος-Νοέμβριος.. Οι προσβολές από δάκο διευκολύνουν τις δευτερογενείς προσβολές.

Για την καταπολέμηση συστήνονται ψεκασμοί με εγκεκριμένα χαλκούχα και γουανιδικά σκευάσματα να ξεκινήσουν λίγο πριν την άνθηση. 

Phellinus igniarius (Ίσκα)

Ο μύκητας αναπτύσσεται αρχικά στην εντεριώνη και όσο προχωρεί στο ξύλο, μπλοκάρει σταδιακά την κυκλοφορία στα αγγεία με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μάρανση και κατόπιν ξήρανση ολόκληρων κλάδων ή βραχιόνων. Ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης της Ίσκας είναι η πρόληψη, καθόσον από τη στιγμή που προσβληθεί το δέντρο η αντιμετώπιση με χημικά μέσα είναι σχεδόν αδύνατη. 

Βακτήριο Xylella fastidiosa (Ξυλλέλα)

Ε γκαθίσταται και πολλαπλασιάζεται στα αγγεία του ξύλου, τα οποία φράσει εμποδίζοντας την μεταφορά νερού και θρεπτικών στοιχείων με αποτέλεσμα την καχεκτική ανάπτυξη και τελικά την ξήρανση. Αρχικά συμπτώματα είναι ξηράνσεις στα φύλλα ‘κάψιμο’ , και στη συνέχεια ξήρανση βραχιόνων. Μεταδίδεται σε αμόλυντες περιοχές µε το προσβεβλημένο πολλαπλασιαστικό υλικό (φυτά, δενδρύλια) σε μεγάλες αποστάσεις και σε μικρές µε τον εμβολιασμό. Επίσης η μεταφορά του γίνεται µε την βοήθεια μυζητικών εντόμων φορέων, όπως τα διάφορα τζιτζικάκια, Cicadellidaea, Aphrophoridae, Hemiptera που μεταδίδουν το βακτήριο σε διάφορα φυτικά είδη. ΔΕΝ υπάρχει χημική καταπολέμηση της Xylella και η αντιμετώπιση της στηρίζεται σε προληπτικά μέτρα.

Συγκομιδή και επεξεργασία στο ελαιουργείο

Η συγκομιδή του ελαιοκάρπου πρέπει να γίνεται στο κατάλληλο στάδιο ωριμότητας του καρπού για κάθε ποικιλία, έτσι ώστε να υπάρχουν οι βέλτιστες συνθήκες ποιότητας και απόδοσης ελαιολάδου. Οι πλείστες ποικιλίες φτάνουν τη μέγιστη ελαιοπεριέκτικότητα στο καρπό 170-190 ημέρες μετά την καρπόδεση. Οι υπερώριμες ελιές χάνουν την φρουτώδη γεύση και τις αντιοξειδωτικές ουσίες, αφού οι πολυφαινόλες μειώνονται δραστικά. Κατά την συγκομιδή να αποφεύγεται κάθε είδους τραυματισμός του καρπού (χτυπήματα, πατήματα) και οι επιμολύνσεις από το έδαφος. Η μεταφορά στο ελαιουργείο να γίνεται σε διάτρητα πλαστικά τελάρα με τα οποία ο καρπός δεν τραυματίζεται ενώ διευκολύνεται ή πλεκτά αεροπερατά σακιά για να αποφεύγεται η αύξηση της θερμοκρασίας..

Η επεξεργασία στο ελαιουργείο να γίνεται ει δυνατόν την ίδια ημέρα, που πρέπει είναι πιστοποιημένο με ISO και HACCP. Το νερό του πλυντηρίου για το πλύσιμο του ελαιοκάρπου πρέπει να αλλάζει τακτικά. Η θερμοκρασία κατά τη μάλαξη δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 27°C και η μάλαξη να διαρκεί 30-35 λεπτά. Το ελαιόλαδο πρέπει να αποθηκεύεται σε ανοξείδωτες δεξαμενές και ο χώρος να είναι δροσερός (15-17°C άριστη θερμοκρασία αποθήκευσης), σκιερός, καθαρός, απαλλαγμένος από οσμές..

Τιμές παραγωγού έξτρα παρθένου ελαιολάδου

Τα τελευταία 25 χρόνια έχουν αλλάξει πολλά στην παραγωγή ελαιολάδου στο κόσμο. Η Ισπανία με στρατηγικό σχέδιο και με την αλλαγή της ΚΑΠ υπερδιπλασίασε την παραγωγή της και βελτίωσε σημαντικά την ποιότητα ξεπερνώντας το 50% της παγκόσμιας ετήσιας παραγωγής, ελαχιστοποιώντας το κόστος παραγωγής λόγω της μηχανοποίησης της συγκομιδής. Την ίδια στρατηγική ακολούθησε η Τυνησία, η Πορτογαλία και η Τουρκία εγκαθιστώντας υπέρπυκνες φυτείες με πλήρη μηχανοποίηση της καλλιέργειας με στόχο τις εξαγωγές. Το κόστος παραγωγής σε αυτές τις χώρες, ιδιαίτερα της συγκομιδής, μειώθηκε σημαντικά (κυμαίνεται μεταξύ 0,4-0,6 €) σε σχέση με τις εντατικές φυτείες (1,1-1,3 €).

Η Ιταλία, που από την 10ετία του 1980 έχει προσανατολισμό το ποιοτικό ελαιόλαδο ο παραγωγός διαχρονικά απολαμβάνει διαχρονικά πολύ υψηλότερες τιμές σε σχέση με τις άλλες χώρες με μεγάλη παραγωγή στη Μεσόγειο. Τα τελευταία 6 χρόνια ακόμα και το Τυνησιακό ελαιόλαδο έχει υψηλότερη τιμή από αυτό στην Κρήτη και δυστυχώς δεν ανησυχεί κανείς.

Συμπεράσματα

Από τα παραπάνω, αλλά και την εμπειρία που είχα από τις τεχνικές επισκέψεις που πραγματοποίησα στην Αργεντινή, Χιλή, Περού, Κίνα, Πακιστάν και Αυστραλία, φαίνεται ότι τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικά (λόγω οριακών κλιματολογικών συνθηκών, κτλ.) και οι πιθανές τεχνολογικές εξελίξεις (δημιουργία νέων ποικιλιών, μέθοδοι καλλιέργειας, κτλ.) ενδεχομένως δεν θα επιτρέψουν τα επόμενα χρόνια την δημιουργία δυναμικών κλάδων ελαιοπαραγωγής στις χώρες αυτές.

Μεσοπρόθεσμα η εμφάνιση των νέων χωρών δεν θα διαταράξει τις ισορροπίες προσφοράς-ζήτησης που επικρατούν στις διεθνείς αγορές, αφού το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους θα συνεχίσει να απευθύνεται στην ταχύτατα διευρυνόμενη εσωτερική τους αγορά. Ωστόσο, η σημαντική συνεισφορά της ανάπτυξης της καλλιέργειας της ελιάς στις νέες χώρες είναι ότι το ελαιόλαδο, και μάλιστα το εξαιρετικά παρθένο, μπαίνει στην κουλτούρα τους. Και σαν χώρα θα πρέπει να αξιοποιήσουμε την παροχή τεχνικής υποστήριξης σε τέτοιες χώρες με την υπογραφή διακρατικών συμφωνιών και αντάλλαγμα την αγορά ελληνικών προϊόντων, όπως κάνουν η Ιταλία, Ισπανία και Ισραήλ. 

Με δεδομένο αυτό, αλλά και τα δομικά προβλήματα που υπάρχουν, η «μαζική» παραγωγή έξτρα παρθένου ελαιολάδου στη Κρήτη, αλλά και την Ελλάδα, δεν θα μπορεί να «επιβιώσει» µε ανταγωνιστικό κόστος παραγωγής σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Ο στόχος λοιπόν πρέπει να είναι η ποιότητα και η ασφάλεια του παραγόμενου έξτρα παρθένου ελαιολάδου. Υπάρχουν το γενετικό υλικό (ποικιλίες) και οι εδαφο-κλιματικές συνθήκες για να επιτευχθεί ο στόχος. Όμως, δεν φτάνουν. Στη νέα τάξη πραγμάτων είναι απαραίτητες οι γνώσεις, η επιστημονική έρευνα, η εκπαίδευση και κατάρτιση, η επιχειρηματική οργάνωση (ομάδες παραγωγών) και η έρευνα της αγοράς.

Δυστυχώς όμως ακόμη και σήμερα, οι παραγωγοί ως επί το πλείστον συνεχίζουν να παράγουν εμπειρικά, χωρίς οργανωμένη τεχνική στήριξη (λίπανση, άρδευση, φυτοπροστασία) και χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις προδιαγραφές της αγοράς. Αποτέλεσμα είναι το υψηλό κόστος παραγωγής, η επιβάρυνση του περιβάλλοντος και η αδυναμία να επιτευχθεί η ποιότητα που μπορεί να δώσουν οι ποικιλίες και το εδαφο-κλιματικό περιβάλλον της Κρήτης. Η έλλειψη ισχυρών συνεταιρισμών και ομάδων παραγωγών είναι ένα σοβαρό μειονέκτημα. Δυστυχώς παράγουμε με συνθήκες περίπου της 10ετίας του 1980 για την αγορά του 2020!

Τι πρέπει να γίνει

Η εφαρμογή συστήματος διαχείρισης (ολοκληρωμένης, βιολογικής) πρέπει να αποτελεί πλέον το βασικό εργαλείο για το σύγχρονο ελαιοπαραγωγό. Αποτελεί ένα νέο τρόπο σκέψης και δράσης, ζωτικής σημασίας, με μεγάλες αλλαγές στην μέχρι τώρα εφαρμοζόμενη παραγωγή της ελιάς. Αρχικά εξασφαλίζει στον παραγωγό τον πλήρη έλεγχο της καλλιέργειας του σε όλες τις φάσεις παραγωγής. Έτσι ο παραγωγός μπορεί να ελέγξει αναλυτικά από τον τρόπο ανάπτυξης της καλλιέργειάς του, αφού κάθε επέμβαση πρέπει να βασίζεται σε δεδομένα (ανάλυση εδάφους και φύλλων για λίπανση, σχεδιασμό της άρδευσης και φυτοπροστασίας), που υποχρεωτικά καταγράφονται. Είναι ικανός να ελέγξει τα τεχνολογικά μέσα που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια της γης, για την επεξεργασία του καρπού, για την προστασία από διάφορες ασθένειες που απειλούν την καλλιέργεια του και την παραγωγή του προϊόντος. Ο παραγωγός εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα συνεχούς εκπαίδευσης σε νέες τεχνολογίες, σε αποδοτικότερη χρήση των διαθέσιμων μέσων, σε εναλλακτικούς και αποτελεσματικούς τρόπους καλλιέργειας. 

Η εφαρμογή των συστημάτων διαχείρισης (ολοκληρωμένη, βιολογική) εξασφαλίζουν την παραγωγή υψηλής ποιότητας ελαιολάδου με ταυτότητα και έτσι διαφοροποιούνται από τα υπόλοιπα μη-πιστοποιημένα προϊόντα και γίνονται πιο ανταγωνιστικά στην αγορά. Η γεωργική εκμετάλλευσή αποκτά «κύρος» στην αγορά και έτσι η εμπιστοσύνη του καταναλωτή αυξάνεται. Επιπλέον, η παραγωγή αυξάνεται παρόλο που το κόστος παραμένει χαμηλό λόγω μείωσης των αναγκών των εισροών (νερό, λιπάσματα, φυτοφάρμακα, κλπ). 

Επιπλέον, η οργάνωση των ελαιοπαραγωγών σε βιώσιμους συνεταιρισμούς ή ομάδες παραγωγών θα συμβάλει στην εφαρμογή των συστημάτων διαχείρισης και θα αυξήσει την διαπραγματευτική δύναμη, λόγω ποσότητας και ποιότητας του προϊόντος στην ελληνική και διεθνή αγορά. 

Μια δυναμική ελληνική απάντηση στην επιδιωκόμενη ‘ελαιοκομική παγκοσμιοποίηση’ θα μπορούσε να είναι η επιλογή και καλλιέργεια σε κάθε περιοχή των ντόπιων ποικιλιών, π.χ, ‘Τσουνάτη’. Είναι προσαρμοσμένες στις εδαφοκλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής και αν ακολουθηθούν οι ορθές γεωργικές πρακτικές, θα παράγουν ελαιόλαδο με μοναδικά χαρακτηριστικά.

Επίλογος

Δεν υπάρχουν ούτε εύκολες ούτε μαγικές λύσεις για να πάρουμε την προστιθέμενη αξία που μπορεί να έχει το κρητικό και ελληνική ελαιόλαδο. Δεν έχουμε άλλα περιθώρια να παραμένουμε ‘’κολλημένοι’’ σε ξεπερασμένα σχήματα και πρακτικές. Πρέπει να προχωρήσουμε με εντατικούς ρυθμούς και να ανακτήσουμε το χαμένο έδαφος γιατί η απόσταση από άλλες ανταγωνίστριες χώρες, που προχωρούν με σχέδιο, ολοένα και μεγαλώνει. 

Η ποιότητα να γίνει στρατηγικός στόχος. Όχι με ανακοινώσεις και ευχολόγια. Με αλλαγή νοοτροπίας από όλους τους εμπλεκόμενους στην αλυσίδα (παραγωγούς, ελαιουργούς, τυποποιητές, εξαγωγείς) και με σχεδιασμό και στοχευμένες ενέργειες από την πολιτεία, όπως τεχνική στήριξη παραγωγών, έλεγχο πιστοποίησης διαδικασιών παραγωγής, έκθλιψης και τυποποίησης, οικονομικά κίνητρα για προβολή και εξαγωγές. 

Το ελληνικό ελαιόλαδο, αν υπάρξει σοβαρή και συντεταγμένη εθνική στρατηγική που θα αντιμετωπίζει τα προβλήματα και τις αδυναμίες του παρελθόντος και θα αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα που υπάρχουν (ποιοτικά και οργανοληπτικά) και πατάξουμε την νοθεία, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Αντίθετα, ανοίγονται νέες αγορές, που μπορούμε να κατακτήσουμε, αν επιμείνουμε στην ποιότητα. 

.

Χ"Μιχάλη Νταλιάνη 5,
Παλιά Πόλη Χανίων, Κρήτη

28210-52201

info@terraverde-chania.gr

Δεύτερα - Παρασκευή
09:00-21:00
Σάββατο 09:00-14:30
syneleush icon
Ανοιχτή Συνέλευση κάθε πρώτη Τετάρτη του Μήνα
catalog icon

katoikon
fb shop icon

 



AFISA TERRA VERDE


Autokollito

Τελευταίες Δημοσιεύσεις

Ενημερωθείτε για τα νέα μας

Copyright © 2016. All Rights Reserved.